ἀθελγής, -ές


1 no calmado, no confortado ὀπωπή Nonn.D.31.154.

2 que no regocija o seduce οἴνου μὴ παρεόντος ἀθελγέες εἰσὶ χορεῖαι Nonn.D.12.261, cf. 42.248.