ἀετόμορφος, -ον


de forma de águila como epít. de Zeus, Ps.Callisth.2.4E, ἀετόμορφος <ὁ> βασιλικὸς μετὰ τῆς πρὸς τὸ ἀνθρώπινον γένος ἐμπαθείας Procl.in R.2.319.