ἀδιάλειπτος, -ον


I 1que no cesa, incesante, constante ἀλλοίωσις Ti.Locr.98e, ὀδύνη Ep.Rom.9.2, κίνησις Aristeas 86, στεφανῶσαι θαλλοῦ στεφάνωι ἐφ' ᾗ ἔσχηκεν πρὸς τὴν σύνοδον ἀδιαλείπτῳ φιλοτιμίᾳ IG 22.1343.35 (I a.C.), cf. ICr.1.18.55.10 (Lito II d.C.), ἀ. εὐφημία Plu.2.121e, ἀδιάλειπτον εἶναι τῷ ζῴῳ τὴν ἑαυτοῦ συναίσθησιν ἐπελθεῖν Hierocl.p.19.55, ἡ τοῦ χρόνου ἀ. φορά M.Ant.6.15, πυρετός ... ἀπ' ἀρχῆς ἄχρι τέλους ἀδιάλεπτος (sic) Pall.Febr.15
en uso adverb. τὰ κακὰ ἀδιάλειπτον ἔχει Sch.S.OT 198P.

2 que no falta ἀδιάλειπτον ἔχειν τὸ ὕδωρ Herm.Sim.2.8
que no carece de nada ἵνα ἀ. γένηται ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ para que no le falte nada en su vida Herm.Sim.2.6.

3 sin merma, sin pérdidas μεταπαραδιδόναι τῷ μεθ' ἑαυτὸν ἱερεῖ ζωφυτοῦν καὶ ἀδιάλιπτον τὸ ἄλσος IStratonikeia 513.34 (Lagina III d.C.).

II adv. -ως incesantemente, ininterrumpidamente Metrod.Herc.831.8, Polem.Hist.30, Posidon.67, LXX 1Ma.12.11, Ep.Rom.1.9, PLond.1166.6 (I d.C.), Aristeas 92, Corn.ND 1, νικᾶν ταῖς μάχαις ἀ. Plb.9.3.8, λε[ι]τουργήσαντι ἀ. RECAM 2.178 (imper.), ἀ. θέντα τὸ ἔλαιον ἡμέρας τε καὶ νυκτός IM 163.7 (I d.C.), cf. CRIA 172.6 (Sebastópolis II d.C.), IStratonikeia 16.11 (Panamara II/III d.C.), τὸ] χωρίον ποτίσαι ἀ. χειμῶνι τε καὶ θέρει PMasp.104.9 (VI d.C.), παραμεῖναι SB 10944.12 (VI d.C.), εἰ δὲ θέλεις ἀ. ἔχειν ῥόδα Gp.11.18.1.