ἀβλαστής, -ές


1 que no echa follaje ἄκαρπα ... καὶ ... ἀβλαστῆ γίνεται Thphr.HP 2.2.8
de la semilla que no germina Thphr.HP 8.11.7.

2 improductivo, estéril ἐδάφη Thphr.CP 2.4.1, τόποι Gp.9.9.4
fig. ἀ. πρὸς ἀρετήν Plu.2.38c, πλοῦτος Them.Or.18.221d.