δῆρις, -ιος, ἡ
• Morfología: [sólo sg.; gen. δήρεως Eust.872.3, Sud.; chipr. dat. δίρι (ti-ri) dud. en IChS 165a]


I 1lucha, combate gener. c. dat. ἀνδράσι δυσμενέεσσι πόνον καὶ δῆριν ἔθεντο Il.17.158, πόλιν ..., ἧς πέρι δῆριν ἔθεντο ... ἀλλήλοισι Euph.122, cf. Choeril.13a.6, δῆριν ἔχειν Hes.Sc.241, ξα]νθᾶς Ἑλένας περὶ εἴδει [δῆ]ριν πολύυμνον ἔχ[ο]ντες Ibyc.1(a).6, cf. 30(b), στυγερὰν δῆριν ... στασάμεθ' B.5.111, cf. Amyntas SHell.44.2, Epic.Alex.Adesp.7.23, IMEG 10.1 (heleníst.), AP 9.397 (Pall.), 16.44, 9.285 (Phil.), Orph.H.65.5, L.579, GVI 670.5 (Misia II/III d.C.), δ. ἀείρεσθαι Opp.C.2.63, ἔπεσε τᾷ δίρι cayó en combate, IChS l.c., Ἀμαζόσι δ. ἀμείλιχος ... εὔαδεν Q.S.1.456, ἄγεν ... Δηιφόβου ποτὶ δῆριν lo llevó a luchar con Deífobo Triph.163, cf. 430, Q.S.8.263, ép. en REG 49.1936.435, Nonn.D.39.279, δ. Ἀχαιμενίη la campaña contra los Aqueménidas, AP 6.332 (Hadr.), cf. Nonn.D.5.302, 40.293, ἐνφύλιος IAphrodisias 2.64.7 (V d.C.), ἄρσην δ. lucha contra hombres Nonn.D.45.92
entre animales, Opp.H.2.359.

2 gener. querella, discordia, disputa Κῆρες ... δῆριν ἔχον περὶ πιπτόντων las Keres ... disputaban por los que iban cayendo Hes.Sc.251, δῆριν ἔχουσι μετὰ ἀδελφῶν Hp.Ep.17.5, πόλεμόν τε κακὸν καὶ δῆριν ὀφέλλει Hes.Op.14, cf. Q.S.5.575, οὐ στάσις οὐδέ τε δ. ni disensión ni querella Emp.B 27a, cf. A.A.942, δῆριν ἔθεντο ... ὑπὲρ μούνης ... σανίδος dos náufragos AP 9.269 (Antip.Thess.), cf. Q.S.5.144, 5.419
desafío, apuesta υἱὸς καὶ γενετὴρ δῆριν φιλόνεικον ἔθεντο AP 11.357.1.

3 competición, concurso, certamen deportivo o poético ἀμφὶ δ' ἀέθλῳ δῆριν εἶχον καὶ μόχθον Hes.Sc.306, περὶ νίκης δ. en carreras de carros ICil.49B.4 (III/V d.C.), cf. Lyc.428, Q.S.4.233, 537, (ἐμὲ) ἐν [ἀ]έθλοις δ. ὑπὲρ νίκης ὤ[λεσε] πανκρατ[ί]ου IEphesos 3446.6, cf. Nonn.D.37.750
fig. ὑδρείης πέρι δῆριν ἀμεμφέα δηρίσαντο para conseguir agua libraron una competición leal A.R.4.1767, ἐπέων πέρι δ. Q.S.4.124.

II personif. ἡ Δ. la Discordia, la Querella A.Supp.412, Emp.B 122.2, Δῆριν ... κασιγνήτην Πολέμοιο Q.S.8.426.
• Etimología: Del grado alargado de *der- (cf. δέρω, etc.), como ai. -dāri ‘que hiende’, a partir de un sent. originario ‘separación’.