δᾰΐζω
• Prosodia: [-ᾱ- Il.11.497, A.Ch.396]


I en cont. de violencia

1 c. ac. de inanim. rasgar, desgarrar, arrancar χιτῶνα περὶ στήθεσσι ... χαλκῷ Il.2.416, cf. 7.247, 16.841, φίλῃσι δὲ χερσὶ κόμην ... δαΐζων Il.18.27, cf. Nonn.D.5.375, κάρανα δαΐξας cortando cabezas A.Ch.396
en v. pas. δαϊζόμεναι δρύες Ἴδης ἤριπον Colluth.195
en cont. paród. σαργὸν ... δριμεῖ δεδαϊγμένον ὄξει Archestr.SHell.167.4 (pero cf. II, 1)
raro c. suj. no pers. destruir, arrasar (ποταμός) ἕρκεα μακρά δαΐζει Q.S.10.171, cf. en v. pas., Gr.Naz.M.38.129.

2 fig. desgarrar, afligir θυμὸν ... Βορέας ὑπὸ κύμασιν δαΐζει B.13.126
en v. med.-pas. estar desgarrado en el sent. de dividido o afligido en cont. de incertidumbre o tristeza ὣς ἐδαΐζετο θυμὸς ἐνὶ στήθεσσιν Il.9.8, 15.629, ὥρμαινε δαϊζόμενος κατὰ θυμόν Il.14.20, ἔχων δεδαϊγμένον ἦτορ con el corazón desgarrado, Od.13.320, cf. Il.17.535, ἐκ θυμοῖο δαΐζετο Q.S.10.411.

3 c. ac. de anim. destrozar, masacrar gener. colect. ἵππους τε καὶ ἀνέρας Il.11.497, Ἀργείους Il.24.393, τάνδε πόλιν A.Supp.680, cf. Q.S.12.351, μηλονόμους Nonn.D.48.664, φάλαγγας Q.S.1.324, cf. en v. pas., Hes.Fr.335
abs. δαϊζέμεναι μενεαίνων ávido de destrucción, Il.21.33
golpear, herir de muerte μετάφρενον ... ἀνδρὸς φεύγοντος Tyrt.7.17, εἰ τέκνον δαΐξω ref. al sacrificio de Ifigenia, A.A.208, cf. Nonn.D.22.191, κρείσσων δὲ τὸν ἥττονα φῶτα Orph.Fr.292, σφεας ... ἐς ἀσπίδας Q.S.8.188, cf. 3.303, AP 7.210 (Antip.Sid.), Nonn.D.22.191
en v. pas. νέῳ ... δεδαϊγμένῳ ὀξέϊ χαλκῷ Il.22.72, ἵππος ... ἐκ βελέων δαϊχθείς Pi.P.6.33, cf. E.IT 872, μήτηρ ... μογοστοκίῃ δεδαϊγμένη Man.1.337, 4.412.

II en cont. de sacrificio y banquete

1 dividir en partes los trozos de carne para hacer el reparto τὰ μὲν ἕπταχα πάντα διεμοιρᾶτο δαΐζων Od.14.434, el cuerpo de un animal ἐννέα μοίρας Orph.L.712.

2 c. ac. int. celebrar un banquete θυσίας ἃς δαΐζοι ἁ πό[λ]ις IG 7.207.13 (Mégara III a.C.), en v. pas. θύματα ... δαϊχθέντα Sch.S.Ai.219P.
• Etimología: Deverbativo formado a partir de δαίω.