δυσουριάω
• Grafía: tard. graf. δυσσ- Hippiatr.Cant.81.2


padecer disuria (ἀμυγδάλινον ἔλαιον) ὠφελεῖ ... δυσουριῶντας Dsc.1.33.2, cf. Cyran.4.52, οἱ ἵπποι Alex.Aphr.Pr.4.162, cf. Hippiatr.31.1, Hippiatr.Cant.l.c.