δροῦγγος, -ου, ὁ
• Alolema(s): δρόγγος An.Boiss.5.53


1 nariz δ. δὲ μυκτὴρ εἴτ' οὖν ῥύγχος καλεῖται Epiph.Const.Haer.48.14.4.

2 transcr. de lat. drungus, tropa tercera parte de una turma An.Boiss.l.c.
fig. horda δ. μοναζόντων ... ἐπέστησαν τῇ οἰκίᾳ Chrys.Ep.9.2.30.