δρομέω


1 correr δρομέων θεοῦ εἰς κλυτὸν ἄλσος IG 42.618 (IV a.C.), δρό[μωμεν dud. en Alc.6.8.

2 medic., de empiemas acumularse, formarse ὡς μὴ πάλιν δρομοίη Aët.8.73, cf. tb. δρομάω.