διάφαυμα, -ματος, τό


alba περὶ τὸ δ. Proteu.23.3, op. ὄρθρος Ath.Al.Virg.20 (p.56.2), πρὸ διαφαύματος PSI 939.4, PLond.1684.4 (ambos VI d.C.).