βοθρίζω


1 medic. perforar, trepanar en v. pas. βεβοθρισμένου τοῦ κρανίου Heliod. en Orib.46.22.16.

2 enterrar en un hoyo, en v. med.-pas. enterrarse ὀρύξας βόθρον ἐβοθρίσθη Rom.Mel.73.κηʹ.8
fig. sumergir, sumir (ὁ διάβολος) κενοδοξίᾳ καὶ γαστριμαργίᾳ βοθρίσας (αὐτούς) sumiéndolos (el diablo) en vanidad y glotonería Cyr.Al.M.77.1089A.