αὐτοτέλεστος, -ον


perfecto en sí αὐτοτέλεστα καὶ αὐτόρρεκτα γένεθλα Opp.H.1.763, γόνος AP 1.19.6 (Claudian.), φυτόν Nonn.D.43.233, cf. Nonn.Par.Eu.Io.1.14.