Βιστόνιος, -α, -ον
• Alolema(s): fem. ép. -ίη A.R.2.704, 4.906, Nonn.D.13.429


bistonio, de los bistonios φόρμιγξ A.R.ll.cc., Νύμφαι Mosch.3.18, γέρανος AP 7.172 (Antip.Sid.), ποταμός AP 7.542 (Stat.Flacc.), ἀρούρη Nonn.D.l.c., ἔγχος Nonn.D.22.170.