διδακτός, -ή, -όν
• Morfología: [-ός, -όν E.Supp.914, Pl.Erx.398d]


I 1de abstr. enseñado c. gen. de agente διδακταὶ ἀνθρώπων ἀρεταί virtudes enseñadas por el hombre Pi.O.9.100, ἅπαντα ... νουθετήματα κείνης διδακτά S.El.344, ἐν διδακτοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις 1Ep.Cor.2.13, sin rég. ὅσοις διδακτὸν μηδέν E.Hipp.79.

2 de pers. instruido, enseñado c. gen. agente πάντες οἱ υἱοὶ σου διδακτοὶ θεοῦ LXX Is.54.13, cf. Eu.Io.6.45, c. gen. obj. οὗτοι διδακτοὶ πολέμου esos instruidos en la guerra LXX 1Ma.4.7.

II de abstr. que puede ser enseñado, enseñable ὃς δὲ διδάκτ' ἔχει Pi.N.3.41, διδακτά op. ἄρρητα S.OT 300, εἰ διδακτά μοι si se me puede enseñar S.Tr.64, cf. 671, τὰ μὲν διδακτὰ μανθάνω, τὰ δ' εὑρετὰ ζητῶ S.Fr.843, ἡ δ' εὐανδρία E.l.c., cf. Alc.786, ἡ ἀρετή Pl.Men.71a, Prt.328c, Euthd.274e, Pl.l.c., Ph.1.617, 618, Posidon.2, Plu.2.439a, (τὸ πρᾶγμα) Isoc.13.20, ἐπιστήμη Arist.EN 1139b25, αἴσθησις Ph.1.97, εἰ μὲν οὐδὲ μαθητόν ἐστιν οὐδὲ διδακτόν Arr.Epict.1.26.5.

III adv. -ῶς mediante enseñanza δ. ἔχειν ἅπερ οὐκ οἶδεν Cyr.Al.M.69.1028C.