LMPG en línea
μαινάς, -άδος, ἡ–/+


ménades, bacantes
δράκοντες ἱεροί, μαινάδες, φρικταὶ κόραι, μόλετ' εἰς [ἐπα]οιδὰς τὰς ἐμὰς θυμουμένας
serpientes sagradas, ménades, terribles doncellas, venid a mis airados cánticos SM 42.4, cf. SM 66.